Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Live And Let Die (1973)

Είδος: Περιπέτεια

Live And Let Die
ΖΕΙΜΣ ΜΠΟΝΤ, ΠΡΑΚΤΩΡ 007:
ΖΗΣΕ ΚΙ ΑΣΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ
ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝ
Σκηνοθεσία:Guy Hamilton 
Σενάριο:Tom Mankiewicz
 Παίζουν: Roger Moore,
Yaphet Kotto,Jane Seymour 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Ο Μποντ πρέπει να σταματήσει το σχέδιο του Δρ Κανάνγκα, ο οποίος θέλει να γεμίσει ηρωίνη την αγορά, εξοντώνοντας κάθε αντίπαλό του κι έχοντας στο πλάι του μυστηριακές δυνάμεις, όπως το βουντού και μια πανέμορφη μελλοντολόγο.

ΑΠΟΨΗ: Οι παραγωγοί του Μποντ, προσφέρουν στον Σον Κόνερι το απίστευτο ποσό των 5,5 εκ. δολαρίων, για να συνεχίσει τον ρόλο του αλλά αυτός αρνείται! Έτσι, η εποχή Κόνερι τελειώνει και το 1973 έρχεται η στιγμή που το κοινό γνωρίζει  τον μακροβιότερο, μαζί με τον Σον Κόνερι, Μποντ, τον κύριο Ρότζερ Μουρ.


  Δεν λίγοι αυτοί που έχοντας στο μυαλό τους την εικόνα του Μουρ ως Σάιμον Τέμπλαρ, ο γνωστός τηλεοπτικός "Άγιος", σειρά που ξεκίνησε την ίδια χρονιά που στους κινηματογράφους παίχτηκε η πρώτη ταινία του Μποντ, Δρ Νο, θεωρούν ότι ο Μουρ ήταν ήδη ο Τζέιμς Μποντ. Η αλήθεια είναι ότι ο Μουρ ήταν ούτως ή άλλως η προσωπική επιλογή του δημιουργού του Μποντ, Ίαν Φλέμινγκ, για το ρόλο, καθώς επίσης κι ότι ο Άγιος, δημιούργημα του Λέσλι Τσάρτερις, έχει πολλά κοινά στοιχεία με τον Βρετανό κατάσκοπο. Όπως και να 'χει, ο Μουρ μπαίνει στο ρόλο του 007 και το κάνει μάλιστα με αρκετή άνεση, ακόμα κι αν το φιλμ δεν τον βοηθά σε αυτό.
  Ο Μποντ του Μουρ δεν είναι το ίδιο σκληρός με του Κόνερι και δεν μπλέκεται συχνά σε σωματικές μάχες ενώ δε μοιάζει το ίδιο άνετος κρατώντας το πιστόλι του. Ο Μουρ είναι όμως χαρισματική προσωπικότητα, γράφει στην οθόνη και έχει τα δικά του όπλα. Ο Μουρ είναι πιο κομψός, ίσως αριστοκρατικός είναι η πιο σωστή λέξη, αποπνέοντας εύκολα τον αέρα του γνήσιου Άγγλου τζέντλεμαν ενώ το βρετανικό φλέγμα μοιάζει να υπάρχει σε μεγαλύτερη ποσότητα μέσα του, λέγοντας τις ατάκες με αρκετά κυνικό τρόπο. Το χιούμορ του Μουρ, υπήρξε ένα ζήτημα για τους fan του Μποντ και φαίνεται ήδη να εισβάλει στην πρώτη κινηματογραφική του εμφάνιση, ξενίζοντας κάποιους αλλά καθιερώνοντας το διαφορετικό ύφος του Μποντ-Μουρ. Οι συντελεστές του Live And Let Die, βάζουν το χεράκι τους στην αλλαγή του ύφους και στην προσπάθεια να μην γίνει σύγκριση του Μουρ με τον Κόνερι αλλάζοντας κάποια στάνταρ των προηγούμενων φιλμ. Για παράδειγμα, ο Μποντ δεν πίνει πια Μαρτίνι- Βότκα αλλά παραγγέλνει μπέρμπον, δεν παίρνει οδηγίες για την αποστολή του στο γραφείο του Μ αλλά στο διαμέρισμά του, ενώ δεν εμφανίζουν καθόλου τον Q στο συγκεκριμένο φιλμ.
  Το Live And Let Die διατηρεί όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά των ταινιών του Μποντ παρά την αλλαγή του ηθοποιού. Τα κυνηγητά με αυτοκίνητα υπάρχουν κι εδώ, με το Μποντ να οδηγεί ένα διώροφο λεωφορείο κάνοντας δύο θεαματικά σταντ ενώ αυτό που θα θυμάστε από το φιλμ είναι το κυνηγητό με τα ταχύπλοα στα νερά της Λουιζιάνα και πιθανόν τη σκηνή που ο Μποντ βρίσκεται περικυκλωμένος από δεκάδες κροκόδειλους και για να ξεφύγει πατάει πάνω στις πλάτες τεσσάρων εξ αυτών.
  Αντίπαλος του Μποντ είναι ο Κανάνγκα και είναι η πρώτη φορά που ο κατάσκοπος τα βάζει με έμπορο ναρκωτικών και μάλιστα μαύρο. Επειδή μάλιστα οι παραγωγοί φοβόντουσαν την αντίδραση του κοινού, είχαν απαγορέψει στον Γιάφετ Κότο, τον άνθρωπο που υποδύθηκε τον Κανάνγκα, όχι μόνο να κάνει δηλώσεις πριν την πρεμιέρα της ταινίας αλλά ακόμα και να μην εμφανιστεί στην πρεμιέρα. Ο Κότο φτιάχνει έναν από τους πιο αξιοπρεπείς κακούς στην ιστορία του Μποντ, χωρίς να γίνεται γραφικός ενώ πολλοί θα θυμούνται και το πρωτοπαλίκαρο του, τον Τι Χι, τον τύπο με το μηχανικό γάντζο για χέρι.
  Στο κομμάτι των Bond Girls γίνονται δύο ενδιαφέρουσες επιλογές, με την πρώτη εμφάνιση της Τζέιν Σέιμουρ (η τηλεοπτική Δρ Κουίν) να αφήνει καλές εντυπώσεις, για την "αγνή" ομορφιά της αλλά και με τη γενικότερη συμμετοχή της. Το δεύτερο Bond Girl είναι η μαύρη καλλονή, πρώην κουνελάκι του Playboy, Γκλόρια Χέντρι και περνάει στην ιστορία σαν το πρώτο αφροαμερικανικό φλερτ του Μποντ.
  Το μεγαλύτερο πρόβλημα με το Live And Let Die είναι ένα πρόβλημα που συναντάμε όλο και πιο συχνά στα Μποντ από το Diamonds Are Forever και μετά. Υπάρχει κάποιος άγραφος νόμος που δεν επιτρέπει στα φιλμ του Μποντ να είναι μικρότερα των δύο ωρών! Αυτό δυσκολεύει τους συντελεστές στη διατήρηση του ενδιαφέροντος των θεατών, κάτι που είναι φανερό και στο Live And Let Die. Η ιστορία του δεν είναι κακή ενώ προμηθεύει με αρκετά καλές ατάκες τον Μποντ και δημιουργούνται μερικές από τις πιο θεαματικές σκηνές της σειράς. Η ανάγκη όμως να φτάσει το φιλμ τις δύο ώρες, προκαλεί το ανεξήγητο "άπλωμα" αδιάφορων σκηνών, καθώς ακόμα και της σκηνής του κυνηγητού με τα ταχύπλοα, η οποία μοιάζει ατελείωτη, με αποτέλεσμα να χάνεσαι για λίγο, να επανέρχεσαι, να ξαναχάνεσαι και να κάνεις το τελικό comeback ένα τέταρτο πριν το τέλος του φιλμ.
  Με το Live And Let Die ανατέλλει το άστρο του Ρότζερ Μουρ ως Μποντ, το οποίο θα μείνει λαμπερό για τα επόμενα δώδεκα χρόνια. Ακόμα κι αν τα δύο πρώτα φιλμ του Μουρ ως Μποντ, στερούνταν δυναμικής, ο ίδιος εμφανίζει μια απίστευτη άνεση με το ρόλο και πείθει το κοινό, το οποίο δέχεται το διαφορετικό στιλ του και συνεχίζει να τον ακολουθεί και τον Μποντ παρά τις προβλέψεις των κριτικών, να συνεχίζει απτόητος την πορεία του σε αυτή τη νέα εποχή.




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
Live and Let Die (1973) on IMDb



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου