Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

In the Name of the King: A Dungeon Siege Tale (2007)

Είδος: Φαντασίας, Περιπέτεια
Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ
Σκηνοθεσία:Uwe Boll
Σενάριο:Doug Taylor
Παίζουν:Jason Statham,
Ron Perlman,Ray Liotta
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Ο μοχθηρός μάγος Γκαγιάν απειλεί να πάρει στα χέρια του το βασίλειο του Βασιλιά Κόνρεϊντ. Για να το πετύχει αυτό χρησιμοποιεί την φυλή των Κρανγκς, τρομακτικών τερατόμορφων πλασμάτων. Κατά την επιδρομή τους τα Κρανγκς απαγάγουν και φυλακίζουν τη γυναίκα και το γιο ενός άνδρα με το όνομα Αγρότης. Ο Αγρότης θα προσπαθήσει να πάρει πίσω τους δικούς του και σύντομα θα βρεθεί να ηγείται της αντεπίθεσης ενάντια στα Κρανγκς και τον Γκαγιάν.


ΑΠΟΨΗ: Ο Ούβε Μπολ, ένας επάξιος ανταγωνιστής του Εντ Γουντ, για τον τίτλο του χειρότερου σκηνοθέτη που πέρασε ποτέ από τον πλανήτη, μαζεύει ένα απίστευτο επιτελείο ηθοποιών και παραδίδει μια περιπέτεια φαντασίας, βασισμένη σε διάσημο RPG (ηλεκτρονικό παιχνίδι ρόλων). Πόσες φορές παρακολούθησε άραγε των Άρχοντα Των Δαχτυλιδιών, για να φτιάξει μια τόσο ξεδιάντροπη-ανά διαστήματα- αντιγραφή της ταινίας του Πίτερ Τζάκσον;
  Μπορεί ο Μπολ να θεωρείται κάκιστος σκηνοθέτης, ωστόσο το In The Name of The King δεν είναι τόσο κακό όσο ανέμενα να είναι. Αντιθέτως, υπήρξαν στιγμές που το χάζευψα ευχάριστα. Ιδιαίτερα οι σκηνές μάχης και οι μονομαχίες δείχνουν πολύ καλά στην οθόνη, ενώ τα συνήθως μέτρια ψηφιακά εφέ χρησιμοποιούνται με φειδώ, με αποτέλεσμα να μην ενοχλούν. Καλή δουλειά έχει γίνει επίσης και στη φωτογραφία, είτε αυτή είναι ψηφιακά επεξεργασμένη είτε έχουμε να κάνουμε με φυσικά τοπία, κινηματογραφημένα με όμορφο τρόπο. Αυτά, μαζί με την καλή εμφάνιση του Τζέισον Στέιθαμ, πρωταγωνιστικό ρόλο, και του Τζον Ρις-Ντέιβις, σε ρόλο καλού μάγου, είναι τα καλά στοιχεία της ταινίας.
  Τα προβλήματα ξεκινούν όταν ο Μπολ καθοδηγεί τους ηθοποιούς του. Όταν καταφέρνεις να κάνεις τον Ρον Πέρλμαν να μοιάζει αδιάφορος, όταν δε μπορείς να αξιοποιήσεις ιδανικά τον Ρέι Λιότα κι όταν ηθοποιοί με χρόνους εμπειρίας στην πλάτη τους παίζουν με μια απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους συνεχώς, τότε μάλλον κάτι δεν κάνεις καλά. Μεγάλη βοήθεια σε αυτό δίνει το σενάριο του Νταγκ Τέιλορ, το οποίο είναι γεμάτο δήθεν ηρωικές ατάκες, που όταν δε θυμίζουν των Άρχοντα Των Δαχτυλιδιών, θυμίζουν κάτι άλλο από το είδος. Με λίγα λόγια, δεν υπάρχει καμία ένδειξη πρωτοτυπίας στο φιλμ.
  Δυστυχώς για τον Μπολ, το δυνατό κομμάτι του φιλμ, οι σκηνές μάχης, χρεώνονται στον Σιου Τανγκ Τσινγκ. Κινέζος σκηνοθέτης, χορογράφος, σταντμαν και συνεργάτης του Τζον Γου και του Ζανγκ Γίμου, ο Σιου Τανγκ Τσινγκ καταφέρνει να με λιγοστά μέσα να δώσει αρκετά καλά χορογραφημένες σκηνές δράσης, προσθέτοντας πόντους στο φιλμ του Γερμανού συναδέλφου του.
  Μπορεί ο Μπολ να είχε καλές προθέσεις, μπορεί να ήθελε να φτιάξει κάτι πολύ καλύτερο από αυτό που τελικά έφτιαξε αλλά αυτό που τελικά κρίνεις είναι αυτό που βλέπεις. Αυτό που βλέπεις λοιπόν δεν είναι σίγουρα κάτι πολύ κακό. Είναι μια συμπαθητική μετριότητα που μπορείς να παρακολουθήσεις στο σπίτι ένα μεσημεράκι που χαλαρώνεις. Από εκεί και πέρα, ούτε θα θέλεις να το ξαναδείς, ούτε και θα το θυμάσαι πολύ καιρό μετά.




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
Η πολιορκία (2007) on IMDb



Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

Ghostbusters (2016)

Είδος: Κωμωδία, Φαντασίας

Σκηνοθεσία:Paul Feig
Σενάριο:Katie Dippold,Paul Feig
Παίζουν:Melissa McCarthy,
Kristen Wiig,Kate McKinnon
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Έντονη φυσική δραστηριότητα παρατηρείται στην πόλη της Νέας Υόρκης και φαντάσματα κάνουν την εμφάνισή τους σε διάφορα σημεία της πόλης. Η φυσικός αλλά και ερευνήτρια του μεταφυσικού Έριν Γκίλμπερτ, θα συνεργαστεί με την παλιά φίλη και συνάδελφο της, Άμπι Γέητς, και μαζί με την πυρηνικό φυσικό Τζίλιαν Χόλτζμαν και την πρώην υπάλληλο στο μετρό της πόλης, Πάτι Τόλαν, θα δημιουργήσουν μια ομάδα Κυνηγών Φαντασμάτων.


ΑΠΟΨΗ: Υπήρχε κάτι στο φιλμ του 1984, το πρώτο Ghostbusters, που το έκανε μοναδικό. Δεν ήταν μόνο το χιούμορ του, οι χαρακτήρες, η έξυπνη κεντρική ιδέα, τα λειτουργικά εφέ του αλλά και οι δόσεις τρόμου που υπάρχουν εδώ κι εκεί στο φιλμ. Ήταν ο εξαιρετικός συνδυασμός όλων αυτών, που έκανε το τότε φιλμ του Ράιτμαν ένα από τα πιο αγαπητά φιλμ φαντασίας όλων των εποχών. Αυτός είναι και ο λόγος που το νέο φιλμ του Πολ Φάιγκ αποτυγχάνει. Προσπαθεί να χωρέσει την ιδέα των Γκόστμπαστερς μέσα σε ένα είδος κωμωδίας που ξενίζει, παρότι πολλές φορές ξεκαρδιστικό. Το χιούμορ του πρώτου φιλμ (και γιατί όχι και του δεύτερου), πότισε το franchise και μοιάζει οποιαδήποτε προσπάθεια κάνει ο Φάιγκ να ντύσει τους Κυνηγούς Φαντασμάτων με το δικό του χιούμορ, να πετάει εκτός πορείας το φανταστικό κομμάτι του φιλμ.

  Ο Φάιγκ μάζεψε ένα ταλαντούχο επιτελείο κυριών και προχώρησε σε ένα ριμέικ της ταινίας του Άιβαν Ράιτμαν. Τα σχόλια πολλά πριν και μετά την έκδοση της ταινίας, το τρέιλερ έγινε το βίντεο που μάζεψε τα περισσότερα dislikes στο YouTube, σε χρόνο ρεκόρ μάλιστα, ενώ οι επιθέσεις μισογυνισμού δεν έλειψαν. Αφήνοντας όλα αυτά στην άκρη, προχωράμε στην ουσία, που δεν είναι άλλη από το ίδιο το φιλμ και τις τελικές εντυπώσεις που σου αφήνει.
 Αρχικά το φιλμ σε κερδίζει, τόσο με το χιούμορ όσο και με τα "γλυκά" παλιομοδίτικα εφέ του. Όσο, όμως, προχωράμε κάτι δεν λειτουργεί όσο θα περίμενες. Τα εφέ μοιάζουν σιγά σιγά ερασιτεχνικά σε πολλά σημεία και η κωμωδία ενώ είναι διαρκώς εκεί, μοιάζει να μην κολλάει απόλυτα με όσα συμβαίνουν γύρω μας. Οι πρωταγωνίστριες είναι εξαιρετικές και υπηρετούν το είδος της κωμωδίας του Φάιγκ με τον καλύτερο τρόπο. Ακόμα και ο υπερβολικός ρόλος του Κρις Χέμσγουορθ βγάζει αρκετό γέλιο. Το πρόβλημα μοιάζει να είναι τελικά ο ίδιος ο Φάιγκ.
  Ο Αμερικανός σκηνοθέτης φαίνεται ότι σέβεται το γνήσιο δημιούργημα και το δείχνει αυτό με κάθε ευκαιρία (πολύ καλά τα cameos του αρχικού επιτελείου, με μόνη παραφωνία αυτό του Μάρει, το οποίο βρήκα άνοστο). Δυστυχώς, όμως δε μπορεί να χειριστεί καλά ο Φάιγκ το κομμάτι της φαντασίας και του τρόμου, το οποίο θυμίζει επικίνδυνα τον Σκούμπι Ντου σε κάποια σημεία. Πολύ πιο έντονα χρώματα από αυτά που περιμένεις και παραφορτωμένη οθόνη από ψηφιακά εφέ, όσο φτάνουμε προς το τέλος. Το άλλο βασικό κομμάτι που θεωρώ ότι ξενίζει του φίλους των Γκόστμπαστερς (εδώ βάζω και τον εαυτό μου) είναι το χιούμορ του Φάιγκ, το οποίο είναι μακρυά από αυτό που υπήρχε στο αρχικό φιλμ. Ο τρόπος που λέγονταν οι ατάκες και η χρησιμοποίηση αυτού του χιούμορ του δρόμου σε αντίθεση με το επιστημονικό υπόβαθρο των πρωταγωνιστών, έδωσε μια ιδιαίτερη χροιά στο φιλμ. Εδώ αυτό δε μπορεί να το πλησιάσει ο Φάιγκ, παρότι έχει τα κατάλληλα εργαλεία/ ηθοποιούς. Αποτέλεσμα; Νιώθεις ότι παρακολουθείς μια κωμωδία της εποχής, που προσπαθεί να φορέσει την ενδυμασία των Γκοστμπάστερς ντε και καλά.
  Προφανώς και οι νέοι αυτοί θηλυκοί Γκοστμπάστερς δεν είναι το τραγικό φιλμ που πολλοί έσπευσαν να παρουσιάσουν. Σε ό,τι αφορά το κωμικό του κομμάτι του είναι αρκετά καλό αλλά σαν γενικό σύνολο είναι εκεί που χάνει πόντους. Είτε αποφασίσετε να το δείτε είτε όχι το σίγουρο είναι ότι δε θα έχετε χάσει. Ακίνδυνο και αβλαβές!




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
Ghostbusters (2016) on IMDb